Ελιά Καλαμών, βρώσιμες ελιές, το ελληνικό μαύρο χαβιάρι.

Olea europeae var. Ceraticapra. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες Καλαματιανή, Αετονύχη, Χονδρολιά. Η επιτραπέζια ελιά Καλαμών είναι η «μαύρη βασίλισσα» των ελληνικών και όχι μόνο ποικιλιών. Η ελιά Καλαμών είναι μια από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες ελιάς στην Ελλάδα. Είναι εξαιρετική βρώσιμη (επιτραπέζια) αλλά και για παραγωγή ελαιολάδου.

Οι ελιές της ποικιλίας Καλαμών που παράγονται στο νομό Μεσσηνίας μπορούν να πωλούνται με την Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) "Καλαμάτα". Την ίδια ονομασία μπορεί να φέρει και το ελαιόλαδο που παράγεται στον ίδιο νομό. Πρόκειται για ποικιλία βρώσιμης ελιάς που παράγεται μόνο στη χώρα μας και είναι παραδοσιακά εξαγώγιμο προϊόν ενώ βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση ποιότητας της κατηγορίας «βρώσιμες ελιές» σε παγκόσμια κατάταξη.

Η Ελιά Καλαμών έλκει την καταγωγή της από την περιοχή της Καλαμάτας, εξ' ου και το όνομα αυτής Ελιά Καλαμών. Δένδρο που δίνει καρπό μεσαίου – μεγάλου μεγέθους, υψηλής ποιότητας, θεωρείται μια από τις κορυφαίες ποικιλίες στον κόσμο. Επιτραπέζιες ελιές της ποικιλίας αυτής συντηρούνται σε άλμη ή σε ξύδι σε διάφορους συνδυασμούς με αρωματικά φυτά και βότανα. Είναι μεσοπρώιμη (ωριμάζει Νοέμβριο – Δεκέμβριο). Δένδρο μέτριο ως μεγάλο μέγεθος ζωηρό δένδρο εύρωστο με μεγάλα βαθυπράσινα φύλλα.

Το μέσο βάρος του καρπού είναι 5,6gr γεγονός που την κατατάσσει στις μεσόκαρπες ποικιλίες. Ο πυρήνας του καρπού της έχει σχήμα παρόμοιο με τον καρπό μέσο βάρος 0,6gr και φέρει 9-10 αβαθείς γλυφές. Η σχέση σάρκας / πυρήνα του καρπού είναι 8,3/1. Στο στάδιο της πλήρους ωριμότητας η επιδερμίδα του καρπού αποκτά μαύρο βαθύ χρώμα με χαρακτηριστικά θαμπή επιφάνεια. Η σάρκα είναι πολύ συμπαγής, με εξαιρετικό άρωμα, ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και περιέχει λάδι σε περιεκτικότητες από 17-25% και ζυμώσιμα συστατικά 3,1-3,5% επί νωπού βάρους.

Έχει αντοχές στις προσβολές του Δάκου. Ωριμάζει Νοέμβριο με Δεκέμβριο. Κατάλληλη για πεδινά ή ημιορεινά μέρη. Η ελιά αναπτύσσεται σ’ όλα τα εδάφη ακόμα και στα άγονα πετρώδη. Αποδίδει όμως καλύτερα σε σχετικά γόνιμα εδάφη που συγκρατούν αρκετή υγρασία. Υποφέρει σε βαριά εδάφη που νεροκρατούν. Προτιμάει ουδέτερη ή ελαφρά αλκαλική αντίδραση (pH 7-8) του εδάφους, αντέχει όμως και στα ελαφρά όξινα εδάφη. Παρουσιάζει σχετικά καλή αντοχή στην αλατότητα του εδάφους. Τα φύλλα της είναι μεγαλύτερα από όλες τις ελληνικές ποικιλίες. Ο καρπός της είναι μεγάλος, κυρτώμενος μονόπλευρα με βάρος μέχρι 6gr. Το κουκούτσι του αποσπάται εύκολα. Είναι μία από τις μεγαλύτερες επιτραπέζιες ποικιλίες. Δίνει μαύρες ελιές, χαρακτές, ξιδάτες, ιδιαίτερα κατάλληλες για κονσερβοποίηση.