Μια ελιά παντός καιρού με άριστο ελαιόλαδο!!!

Μεγάρων: Ελιά Μεσόκαρπη, ωοειδές σχήμα μεγαλομέτριος καρπός, είναι διπλής χρήσης. συλλέγεται για την παραγωγή λαδιού πολύ καλής ποιότητας, δηλαδή λαδοελιά και επιτραπέζια, πράσινη ή μαύρη. Άριστη αντοχή στο ψύχος και τον καύσωνα.Φύεται σ΄όλη την Ελλάδα. Φέρει και τις συνωνυμίες Βοβωδίτικη, Περαχωρίτικη και Λαδολιά, είναι γνωστή σ΄όλη την υπόλοιπη Ελλάδα και με πολλές άλλες ονομασίες π.χ. λαδολιά, χουρμαδολιά, καλολιά, ποικιλία διαδεδομένη στην Αττική , Βοιωτία (Παρνασσό), Πελοπόννησο,Ήπειρο, Εύβοια και Φθιώτιδα (Στερεά Ελλάδα).

Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι κυμαίνεται γύρω στο 28%  και με εντατικότερη καλλιέργεια φθάνει στο 35%. είναι μεσαίου μεγέθους και χρησιμοποιείται για την παραγωγή λαδιού και αρίστης ποιότητας παρασκευή κονσερβών (πράσινες τσακιστές και μαύρες πατητές). Θεωρείται ποικιλία παραγωγική και ανεκτική στο ψύχος. Είναι δένδρο με μακριά μυτερά φύλλα. Ο καρπός ποικίλλει πάρα πολύ ως προς το μέγεθος και το σχήμα και μοιάζει πολύ με την Κορωνέικη μόνο ο καρπός της είναι πιο μεγάλος. Το δένδρο αντέχει στό ψύχος και στην ξηρασία και είναι πολύ παραγωγικό όταν δέχεται στοιχειώδεις έστω καλλιεργητικές φροντίδες και παρέχει λάδι αρίστης ποιότητας.

Tο ελαιόλαδο από τις μεγαρίτικες ελιές διακρίνεται από αρκετό φρούτο και χορτάρι στη γεύση, με στοιχεία ανθών και αχλαδιού στη μύτη αλλά και την άριστη ποιότητα λαδιού που έχει σχεδόν μηδενική οξύτητα και δικαίως ονομάζεται έξτρα παρθένο. Ενδείκνυνται για την παρασκευή του τύπου επιτραπέζιων ελιών: ‘’χαμωλαίο’’, ‘’χαμάδες’’, είτε της ίδιας ποικιλίας: ‘’θρούμπες’’ Τη φτιάχνουν στο αλάτι,λιαστή ή ξυδάτη,ακόμη και χαρακτή ή στουμπιστή. 

H Mεγαρική ποικιλία αναπτύσσεται σε μέτριο έως μεγάλο δένδρο ορθόκλαδο, ύψους 5 – 10 μέτρων. Φέρει φύλλα πράσινα στην άνω επιφάνεια και φαιοπράσινα στην κάτω. μπορεί να καλλιεργηθεί σε υψόμετρο ως και 900 μ. Είναι όμως δένδρο απαιτητικό σε εδάφη με σχετική υγρασία και ψύχος. Ευδοκιμεί επίσης σε εδάφη βαθιά και γόνιμα, ενώ, για να αποδώσει τα μέγιστα έχει ανάγκη από απλές καλλιεργητικές φροντίδες. Ο καρπός έχει σχήμα κυλινδροκωνικό, μέσο βάρος 3,5 gr (2,5 – 5 gr) και φέρει θηλή. Καρποφορεί πλάγια σε βλαστούς προηγούμενου έτους από απλούς ανθοφόρους οφθαλμούς. Συνήθως παρενιαυτοφορεί.  Η ύπαρξη ανθοφόρων οφθαλμών εξαρτάται από την βλαστική κατάσταση του δένδρου.

Σήμερα η ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου των Μεγάρων (παρ’ όλου που ήταν από τα πάρα πολύ καλά), έχει βελτιωθεί ακόμη περισσότερο μέσω: της κατάλληλης μεθόδου συγκομιδής, της μετασυλλεκτικής μεταχείρισης και της εφαρμογή της σύγχρονης τεχνικής εξαγωγής λαδιού. Και σαν αποτέλεσμα το παραγόμενο λάδι, πάνω από το 80%, να έχει οξύτητα χαμηλότερη του ενός βαθμού. Έχει κίτρινο χρυσαφί χρώμα, γλυκιά γεύση και άρωμα ώριμων καρπών ελιάς. Λόγω των λεπτών γευστικών χαρακτηριστικών του και των πολύτιμων συστατικών του, προτιμάται ιδιαίτερα στις σαλάτες και στην υγιεινή διατροφή, γενικότερα καταναλώνεται πολύ ευχάριστα ωμό ή μαγειρεμένο ελιά ανήκει στην οικογένεια ‘’Oleaceae’’ και το βοτανικό της όνομα είναι ‘’Olea sativa euromediterranea’’.

Η ελιά καλλιεργείται απ’ το 4000-5000 π.Χ. περίπου στο μεσογειακό χώρο. Οι επιστήμες της ιστορίας και της αρχαιολογίας με έρευνες που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη παρουσιάζουν απολιθώματα ελιάς στον ελληνικό χώρο με την εντυπωσιακή ηλικία των 50.000 – 60.000 ετών! Kάθε υπόθεση είναι δυνατή για την καταγωγή του δέντρου της ελιάς. H ιστορία της αρχίζει με αυτή της Λεκάνης της Μεσογείου και είναι συνδεδεμένη με την περίοδο των ανακαλύψεων. Μία λοιπόν από τις είκοσι εφτά καλλιεργούμενες ποικιλίες ελιάς και μέσα στις οκτώ μεσόκαρπες αναγνωρίζεται η Μεγαρίτικη ποικιλία. H ελιά για τους έλληνες έγινε το σύμβολο της ειρήνης, της σοφίας και της νίκης.